κρίσις


κρίσις
ἡ κρίσις, εως суждение, решение (ср. кризис - решающий момент)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "κρίσις" в других словарях:

  • κρίσις — κρίσῑς , κρίσις separating fem acc pl (epic doric ionic aeolic) κρίσις separating fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρίσει — κρίσις separating fem nom/voc/acc dual (attic epic) κρίσεϊ , κρίσις separating fem dat sg (epic) κρίσις separating fem dat sg (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρίσεις — κρίσις separating fem nom/voc pl (attic epic) κρίσις separating fem nom/acc pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρίσι — κρίσις separating fem voc sg κρίσῑ , κρίσις separating fem dat sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρισίων — κρίσις separating fem gen pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρίσεσι — κρίσις separating fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρίσεσιν — κρίσις separating fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρίση — κρίσις separating fem nom/voc/acc dual (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρίσης — κρίσις separating fem nom/voc pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρίσιας — κρίσις separating fem acc pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρίσιες — κρίσις separating fem nom/voc pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)